σίμ(μ)υ

το, Ν
είδος αμερικανικού χορού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. shimmy «δονούμαι, ταλαντεύομαι»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιμ' — σῑμά , σιμός snub nosed neut nom/voc/acc pl σῑμά̱ , σιμός snub nosed fem nom/voc/acc dual σῑμά̱ , σιμός snub nosed fem nom/voc sg (doric aeolic) σῑμέ , σιμός snub nosed masc voc sg σῑμαί , σιμός snub nosed fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σιμ(ων)όπετρα — (η μονή Σίμωνος Πέτρα) Симонопетр – афонский монастырь, располагающийся высоко в горах над морем. Находится между пристанью Дафни и монастырем Григориат. Его основал преподобный Симон (Σίμωνος) и построил на скале (πέτρα η – «камень»). В… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • μεγατίμιος — μεγατίμιος, ον (Μ) 1. (για πρόσ.) μεγάτιμος, μεγαλότιμος, πολυτίμητος («ἀνδρὸς μεγατιμίου», Θεοφ. Σιμ.) 2. (για πράγματα) πολύτιμος («δώροις μεγατιμίοις», Θεοφ. Σιμ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < μεγα * + τίμιος] …   Dictionary of Greek

  • σιμιακόν — τὸ, Α [Σιμ(μ)ίας] (ενν. μέτρον) μέτρο στιχουργικό, από το όνομα τού φιλοσόφου Σιμ(μ)ίου …   Dictionary of Greek

  • επίσαλος — ἐπίσαλος, ον (AM) [επισαλεύω] 1. αυτός που σαλεύει, που κινείται στη θάλασσα 2. αβέβαιος, άστατος, ευμετάβολος («ἐπισάλων τῶν... ἐλπίδων γενομένων», Θεοφύλ. Σιμ.) …   Dictionary of Greek

  • κατάπληκτος — η, ο (AM κατάπληκτος, ον, Μ θηλ. και η) [καταπλήσσω] νεοελλ. ο κατεχόμενος από κατάπληξη, έκπληκτος, εκστατικός, εμβρόντητος, άναυδος μσν. αρχ. (εσφ. ανάγν. αντί καταπληκτικός), αυτός που προξενεί κατάπληξη και θαυμασμό, ο αξιοθαύμαστος, ο… …   Dictionary of Greek

  • καταβύω — και καταβυώνω (Μ) φράζω («τὰ ὦτα καταβύουσα», Θεοφύλ. Σιμ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + βύω «κλείνω, αποφράσσω»] …   Dictionary of Greek

  • καταφοιτώ — καταφοιτῶ, άω AM, Α και ιων. τ. έω (επιτ. τ. τού φοιτώ) μσν. καταλήγω («καὶ κατεφοίτα πρὸς τὴν πρᾱξιν ὁ λόγος», Θεοφύλ.Σιμ.) αρχ. 1. κατέρχομαι, κατεβαίνω, επιφοιτώ 2. κατεβαίνω συνεχώς ή τακτικά, όπως τα άγρια θηρία κατεβαίνουν από τα βουνά για… …   Dictionary of Greek

  • κλινοφόρος — κλινοφόρος, ον (Α) κλινηφόρος*, αυτός που είναι φορτωμένος, που κουβαλάει κρεβάτι («κλινοφόροι ἡμίονοι», Θεοφ. Σιμ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κλίνη + φόρος (< φέρω), πρβλ. στεφανη φόρος] …   Dictionary of Greek

  • λειτουργικότητα — η 1. η ιδιότητα τού λειτουργικού 2. το να ανταποκρίνεται κάτι κατά τον καλύτερο τρόπο στους σκοπούς για τους οποίους έχει κατασκευαστεί 3. φρ. (επιστημολ.) «η θεωρία τής λειτουργικότητας» ο λειτουργισμός. [ΕΤΥΜΟΛ. < λειτουργικός. Η λ., στον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.